ου μην αλλά


ου μην αλλά
(ΑΜ οὐ μὴν αλλά)
αλλ' όμως, μολονότι, προσέτι («οὐ μὴν ἀλλ' ἐπέμεινεν ὁ Κῡρος... καὶ ὁ ἵππος ἐξανέστη», Ξεν.)
μσν.-αρχ.
1. oὐ μὴν ἀλλὰ καί
προσέτι, προς τούτοις, εκτός από αυτά και... («οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῡ ἐγκλήματος τούτου δῆλόν ἐστιν», Δημοσθ.)
2. oὐ μὴν ἀλλά... γε
αλλ' ὁμως, παρά ταύτα («οὐ μὴν ἀλλὰ πειράσομαί γε», Πλάτ.).

Dictionary of Greek. 2013.